Με λόγια που ξεφεύγουν από ένα απλό μουσικό σχόλιο, ο Παναγιώτης Τσιλιμίγκρας στάθηκε στην παρουσία του Ηλία Ξερακιά στο πανηγύρι της Αγίας Σοφίας στην Αμυγδαλιά, περιγράφοντας τη σχέση ενός μουσικού με τον κόσμο που τον ακολουθεί εδώ και χρόνια.
Όπως σημειώνει, ο Ηλίας Ξερακιάς γνωρίζει βαθιά το κοινό του, τα βήματά του και τον τρόπο με τον οποίο θέλει να διασκεδάσει. Η σπάνια πλέον παρουσία του στο πατάρι έκανε πολλούς παλιούς θαμώνες να βρεθούν ξανά στην Αμυγδαλιά, σε μια βραδιά που, όπως γράφει ο ίδιος ο Τσιλιμίγκρας, έμοιαζε να τους επιστρέφει για λίγο σε άλλες εποχές.
Χαρακτηριστική είναι η φράση του πως ο Ξερακιάς δεν είναι ένας «εξωτερικός επισκέπτης» που προσπαθεί να καταλάβει τον παλμό του κόσμου, αλλά ένας μουσικός του οποίου «ο δικός του παλμός έχει συντονιστεί χρόνια με τον παλμό της κοινότητας».
Ιδιαίτερο βάρος στα λόγια αυτά δίνει και η πορεία του ίδιου του Παναγιώτη Τσιλιμίγκρα. Ο 21χρονος μουσικός από τον Άγιο Ανδρέα ασχολείται με το βιολί περίπου πέντε χρόνια, ενώ παράλληλα σπουδάζει στο Τμήμα Φυσικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας στη Λαμία. Η επαφή του με την παραδοσιακή μουσική ξεκίνησε μέσα από τον παραδοσιακό χορό στη Λαογραφική Εστία Τρίπολης και στη συνέχεια ακολούθησε συστηματική μελέτη του βιολιού.
Τα τελευταία χρόνια η παρουσία του έχει γίνει αισθητά πιο συχνή σε μουσικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις σε Αρκαδία και Λακωνία. Έχει συμμετάσχει σε διοργανώσεις του Δήμου Νότιας Κυνουρίας, σε μουσικοχορευτικές παραστάσεις στη Λακωνία, σε εκδηλώσεις στον Άγιο Πέτρο και σε παραδοσιακά γλέντια, ενώ εμφανίζεται τόσο στο βιολί όσο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, στο τραγούδι.
Παρά τη γρήγορη εξέλιξή του και τις ολοένα περισσότερες εμφανίσεις, από τις δημόσιες τοποθετήσεις του προκύπτει μια προσγειωμένη στάση απέναντι στη μουσική: μιλά για δουλειά, επιμονή, σεβασμό στους παλαιότερους και για την ανάγκη να σταθεί κανείς δίπλα σε ανθρώπους με μεγάλη εμπειρία πριν θεωρήσει ότι έχει κατακτήσει κάτι.
Και ίσως αυτό εξηγεί γιατί η αναφορά του στον Ηλία Ξερακιά έχει ιδιαίτερη αξία. Δεν γράφει απλώς για έναν μουσικό που θαυμάζει, αλλά για έναν άνθρωπο της ίδιας μουσικής παράδοσης, δίπλα στον οποίο, όπως ο ίδιος λέει, θεωρεί τιμή του να κάθεται τις λίγες φορές που ανεβαίνει ξανά στο πατάρι.
Δύο διαφορετικές γενιές μουσικών, με ένα κοινό σημείο: τη μουσική που δεν παίζεται απλώς για τον κόσμο, αλλά μαζί με τον κόσμο.