Μια συγκλονιστική ιστορία από τη Νότια Κυνουρία, η βύθιση του καϊκιού «Αγία Βαρβάρα» στην Πλάκα Λεωνιδίου και η γενναία πράξη έξι απλών ανθρώπων που, με μοναδικό τους μέσο μια ψαρόβαρκα και τα κουπιά τους, βοήθησαν στη διαφυγή Βρετανών στρατιωτικών τον Απρίλιο του 1941. Ανάμεσα στους διασωθέντες βρισκόταν και ο Patrick Leigh Fermor, ο μετέπειτα θρυλικός Βρετανός αξιωματικός που συμμετείχε στην απαγωγή του Γερμανού στρατηγού Κράιπε στην Κρήτη.
Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία ενός τόπου που δεν καταγράφονται μόνο μέσα από τις μεγάλες στρατιωτικές επιχειρήσεις και τις επίσημες ανακοινώσεις. Είναι οι στιγμές κατά τις οποίες απλοί άνθρωποι, χωρίς στρατιωτικά αξιώματα και χωρίς να επιδιώκουν αναγνώριση, παίρνουν αποφάσεις που απαιτούν εξαιρετικό θάρρος.
Μια τέτοια ιστορία εκτυλίχθηκε στα τέλη Απριλίου του 1941, στις ακτές της Νότιας Κυνουρίας, όταν η γερμανική εισβολή στην Ελλάδα βρισκόταν στην τελική της φάση και χιλιάδες στρατιώτες των συμμαχικών δυνάμεων προσπαθούσαν να διαφύγουν προς την Κρήτη.
Στην Πλάκα Λεωνιδίου, στα Πούλιθρα και στη Σαμπατική, κάτοικοι και ναυτικοί της περιοχής βρέθηκαν μπροστά σε μια δύσκολη επιλογή: να παραμείνουν μακριά από τον κίνδυνο ή να βοηθήσουν ανθρώπους που αναζητούσαν απεγνωσμένα τρόπο διαφυγής.
Ορισμένοι επέλεξαν το δεύτερο.
Η ιστορία τους διασώζεται μέσα από την τοπική ιστορική έρευνα του Στρατή Κουνιά, αλλά και από τη γραπτή μαρτυρία του ίδιου του Patrick Leigh Fermor, ο οποίος δεκαετίες αργότερα κατέγραψε τις περιπέτειές του και τη βοήθεια που δέχθηκε από τους Έλληνες.
Η Ελλάδα στις φλόγες του πολέμου
Τον Απρίλιο του 1941 η Ελλάδα βίωνε μία από τις δραματικότερες περιόδους της σύγχρονης ιστορίας της.
Έπειτα από μήνες πολέμου στο αλβανικό μέτωπο, η χώρα βρέθηκε αντιμέτωπη με τη γερμανική εισβολή, που ξεκίνησε στις 6 Απριλίου.
Η προέλαση των γερμανικών δυνάμεων ήταν ταχύτατη. Η άμυνα κατέρρευσε σταδιακά και οι ελληνικές και συμμαχικές δυνάμεις αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν προς τη νότια Ελλάδα.
Στις 27 Απριλίου 1941, τα γερμανικά στρατεύματα εισήλθαν στην Αθήνα.
Για τους Βρετανούς, Αυστραλούς και Νεοζηλανδούς στρατιωτικούς που παρέμεναν στην ηπειρωτική Ελλάδα, η κατάσταση είχε γίνει εξαιρετικά επικίνδυνη.
Η εκκένωση των συμμαχικών δυνάμεων βρισκόταν σε εξέλιξη. Όσοι δεν κατάφερναν να επιβιβαστούν σε στρατιωτικά πλοία αναζητούσαν κάθε διαθέσιμο πλωτό μέσο για να φτάσουν νοτιότερα.
Μικρά ελληνικά λιμάνια, ψαροχώρια και απομονωμένοι όρμοι μετατράπηκαν σε σημεία προσωρινής καταφυγής.
Ανάμεσά τους βρέθηκε και η Πλάκα Λεωνιδίου.
Το καΐκι «Αγία Βαρβάρα» και η άφιξη στην Πλάκα
Μια ομάδα Βρετανών στρατιωτικών, στην οποία συμμετείχε ο Patrick Leigh Fermor, επιχείρησε να κινηθεί προς τη νότια Ελλάδα με το καΐκι «Αγία Βαρβάρα».
Σύμφωνα με την προσωπική αφήγηση του Βρετανού αξιωματικού, το σκάφος είχε εξασφαλιστεί με τη συνδρομή των ελληνικών αρχών και είχε αναχωρήσει από το Σούνιο στις 24 Απριλίου 1941.
Στην πορεία του πέρασε από την περιοχή της Ύδρας και κατευθύνθηκε προς τις ανατολικές ακτές της Πελοποννήσου.
Οι επιβαίνοντες προσπαθούσαν να κινηθούν προς τον νότο, αποφεύγοντας τις γερμανικές δυνάμεις και τις συνεχείς αεροπορικές επιδρομές.
Το ταξίδι, ωστόσο, δεν εξελίχθηκε όπως είχε σχεδιαστεί.
Μια βλάβη στην προπέλα του καϊκιού ανάγκασε το πλήρωμα να αναζητήσει ασφαλές καταφύγιο.
Έτσι, τα ξημερώματα της 27ης Απριλίου 1941, περίπου στις 05:30, η «Αγία Βαρβάρα» έφτασε στην Πλάκα Λεωνιδίου.
Οι Βρετανοί αποβιβάστηκαν, προσπάθησαν να προστατεύσουν τον εξοπλισμό τους και αναζήτησαν προσωρινή κάλυψη στην περιοχή.
Δεν γνώριζαν ότι λίγες ώρες αργότερα το λιμάνι θα γινόταν στόχος γερμανικών αεροσκαφών.
27 Απριλίου 1941: Ο βομβαρδισμός της Πλάκας
Το μεσημέρι της 27ης Απριλίου η Πλάκα βρέθηκε στο επίκεντρο αεροπορικής επίθεσης.
Η περιγραφή του Patrick Leigh Fermor είναι ιδιαίτερα αναλυτική.
Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, περίπου στις 13:30 εμφανίστηκε γερμανικό αναγνωριστικό αεροσκάφος. Ακολούθησαν νέες διελεύσεις, εκρήξεις και πυρά.
Στις 14:30, ένα εκρηκτικό πλήγμα κοντά στο καΐκι προκάλεσε σοβαρές ζημιές στο σκάφος.
Η «Αγία Βαρβάρα» βυθίστηκε μέσα στο λιμάνι της Πλάκας, με ένα τμήμα του καταρτιού της να παραμένει ορατό πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας.
Οι επιβαίνοντες είχαν προλάβει να απομακρυνθούν από το πλοίο, γεγονός που απέτρεψε μεγαλύτερη τραγωδία.
Ο βομβαρδισμός, σύμφωνα με τον ίδιο, συνεχίστηκε με διακοπές μέχρι το απόγευμα.
Ο καπετάνιος του σκάφους, Μιχάλης Μίσθος, τραυματίστηκε στο πόδι, ενώ ζημιές υπέστη και ο ασύρματος της ομάδας.
Οι Βρετανοί είχαν πλέον χάσει το βασικό μέσο διαφυγής τους.
Βρίσκονταν εγκλωβισμένοι σε μια περιοχή όπου η παρουσία των γερμανικών αεροσκαφών αποτελούσε συνεχή απειλή και η προέλαση των στρατευμάτων κατοχής περιόριζε δραματικά τις διαθέσιμες επιλογές.
Η τοπική ιστορική καταγραφή αναφέρει ακόμη ένα τραγικό περιστατικό της ίδιας ημέρας.
Κατά τον βομβαρδισμό της ευρύτερης περιοχής σκοτώθηκε κοντά στο Δημοτικό Σχολείο Λεωνιδίου ο στρατιώτης Γεώργιος Καμβύσης, γνωστός και ως Καπερώνης, από το Μέλανο, ο οποίος είχε επιστρέψει από το μέτωπο.
Πρόκειται για μια ακόμη ανθρώπινη απώλεια που συνδέεται με τις δραματικές ημέρες της γερμανικής εισβολής στη Νότια Κυνουρία.
Η βοήθεια των κατοίκων του Λεωνιδίου
Παρά τον φόβο και την αβεβαιότητα, οι κάτοικοι της περιοχής δεν εγκατέλειψαν τους ξένους στρατιωτικούς.
Στη μαρτυρία του ο Leigh Fermor θυμάται ανθρώπους που τους πλησίασαν προσφέροντας ψωμί, αυγά, τρόφιμα και κρασί.
Ήταν μια αυθόρμητη εκδήλωση αλληλεγγύης σε ανθρώπους που είχαν βρεθεί μακριά από την πατρίδα τους, μέσα στον πόλεμο.
Η βοήθεια, όμως, δεν περιορίστηκε στην προσφορά τροφής.
Οι Βρετανοί προσπάθησαν να εντοπίσουν άλλο κατάλληλο καΐκι, χωρίς επιτυχία. Τα διαθέσιμα σκάφη είχαν υποστεί ζημιές ή δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν.
Εξετάστηκε ακόμη και η δυνατότητα χερσαίας μετακίνησης με ζώα, αλλά ούτε αυτή η λύση αποδείχθηκε εφικτή.
Η κατάσταση απαιτούσε άμεση αντιμετώπιση.
Και τότε η προσπάθεια διάσωσης στράφηκε προς τα Πούλιθρα.
Ο ενωμοτάρχης Ιωάννης Γιαννίκος και η ψαρόβαρκα του Τσάνα
Σύμφωνα με την ιστορική έρευνα του Στρατή Κουνιά, καθοριστικό ρόλο στη διοργάνωση της διαφυγής διαδραμάτισε ο ενωμοτάρχης Ιωάννης Γιαννίκος, ο οποίος υπηρετούσε στα Πούλιθρα.
Ο Γιαννίκος ενημερώθηκε για τη δύσκολη κατάσταση των Βρετανών και συνέβαλε στην εξεύρεση πλωτού μέσου.
Η λύση βρέθηκε στην ψαρόβαρκα του Παναγιώτη Μοσχοβίτη, γνωστού στην περιοχή με το προσωνύμιο «Τσάνας».
Η βάρκα διέθετε τρία κουπιά σε κάθε πλευρά και μπορούσε να κινηθεί με τη δύναμη έξι κωπηλατών.
Δεν επρόκειτο για στρατιωτικό πλοίο, ούτε για μέσο σχεδιασμένο να μεταφέρει τόσο μεγάλο αριθμό ανθρώπων.
Ήταν μια απλή ψαρόβαρκα, από εκείνες που χρησιμοποιούσαν καθημερινά οι κάτοικοι των παραθαλάσσιων χωριών για τις ανάγκες της εργασίας τους.
Ωστόσο, εκείνες τις κρίσιμες ώρες, η μικρή αυτή βάρκα αποτέλεσε την ελπίδα των εγκλωβισμένων στρατιωτικών.
Ο ίδιος ο Leigh Fermor επιβεβαιώνει ότι η αστυνομία του Λεωνιδίου εξασφάλισε τη βάρκα από τα Πούλιθρα, αναφέροντας τον ιδιοκτήτη της και το προσωνύμιό του.
Η συγκεκριμένη μαρτυρία αποτελεί ένα ιδιαίτερα σημαντικό τεκμήριο για τον ρόλο που διαδραμάτισαν οι κάτοικοι της περιοχής.
Οι έξι εθελοντές από τα Πούλιθρα
Η πλέον συγκινητική πλευρά της ιστορίας είναι η απόφαση έξι κατοίκων των Πουλίθρων να αναλάβουν τη μεταφορά των Βρετανών με κουπιά.
Σύμφωνα με την τοπική ιστορική έρευνα του Στρατή Κουνιά, οι έξι εθελοντές ήταν:
- Σπύρος Χρόνης
- Θανάσης Δανάμπασης
- Γιάννης Μαυρομάτης
- Σωτήρης Κουμπόγιωργας
- Δημήτρης Ν. Σπανός (Κούτρουπας)
- Πέτρος Κωνσταντάκης
Τα ονόματα αυτά αποτελούν σημαντικό μέρος της ιστορικής μνήμης των Πουλίθρων.
Οι έξι άνδρες ανέλαβαν να μεταφέρουν τους στρατιωτικούς νοτιότερα, μέχρι την περιοχή του Κυπαρισσίου.
Το ταξίδι δεν ήταν απλό.
Η βάρκα ήταν μικρή για τον αριθμό των επιβατών, η διαδρομή απαιτούσε πολύωρη σωματική προσπάθεια και η παρουσία των γερμανικών δυνάμεων δημιουργούσε διαρκή κίνδυνο.
Οι εθελοντές γνώριζαν ότι η συμμετοχή τους στην επιχείρηση μπορούσε να έχει σοβαρές συνέπειες εάν εντοπίζονταν.
Παρ’ όλα αυτά, δέχθηκαν να πραγματοποιήσουν τη μεταφορά.
Η πράξη τους δεν είχε τον χαρακτήρα οργανωμένης στρατιωτικής αποστολής.
Ήταν η πρωτοβουλία ανθρώπων ενός μικρού παραθαλάσσιου χωριού, που αποφάσισαν να βοηθήσουν άλλους ανθρώπους να σωθούν.
Έξι ώρες κωπηλασίας μέσα στη νύχτα
Η αναχώρηση πραγματοποιήθηκε μέσα στη νύχτα, με τη βάρκα να κατευθύνεται νότια κατά μήκος της ανατολικής ακτογραμμής της Πελοποννήσου.
Στην τοπική αφήγηση γίνεται λόγος για αναχώρηση περίπου στις 23:00.
Η προσωπική μαρτυρία του Leigh Fermor τοποθετεί την άφιξη στο Κυπαρίσσι στις 05:30 της 29ης Απριλίου 1941, γεγονός που υποδεικνύει ότι η τελευταία θαλάσσια διαδρομή πραγματοποιήθηκε τη νύχτα της 28ης προς την 29η Απριλίου.
Για περίπου έξι ώρες, οι κωπηλάτες συνέχισαν την προσπάθειά τους χωρίς ουσιαστική ανάπαυση.
Σύμφωνα με την περιγραφή του Βρετανού αξιωματικού, οι επιβάτες ήταν τόσο πολλοί ώστε βρίσκονταν στριμωγμένοι μέσα στη μικρή βάρκα.
Ο αριθμός τους παρουσιάζει διαφοροποιήσεις ανάμεσα στις διαθέσιμες ιστορικές αφηγήσεις, ωστόσο και οι δύο συμφωνούν στον ιδιαίτερα μεγάλο αριθμό των επιβαινόντων και στις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες της μεταφοράς.
Το βέβαιο είναι ότι η επιχείρηση απαιτούσε αντοχή, συνεργασία και αποφασιστικότητα.
Ένα μικρό σκάφος κινούταν μέσα στο σκοτάδι, με μοναδική κινητήρια δύναμη τα χέρια έξι ανθρώπων.
Δεν υπήρχαν οι δυνατότητες ταχύτητας και ελιγμών ενός μηχανοκίνητου πλοίου.
Οποιαδήποτε απρόβλεπτη δυσκολία μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την αποστολή.
Κι όμως, η βάρκα έφτασε στον προορισμό της.
Η μαρτυρία του Patrick Leigh Fermor
Η σημασία του γεγονότος ενισχύεται ιδιαίτερα από το γεγονός ότι ένας από τους ανθρώπους που διασώθηκαν άφησε προσωπική γραπτή μαρτυρία.
Ο Patrick Leigh Fermor κατέγραψε την περιπέτειά του σε κείμενο με τίτλο «Μια σύντομη αφήγηση της διαφυγής μου», το οποίο συνέταξε στην Καρδαμύλη στις 2 Αυγούστου 1995.
Η αφήγησή του γράφτηκε στα ελληνικά για τις ανάγκες της ιστορικής έρευνας του Στρατή Κουνιά και αργότερα μεταφράστηκε στα αγγλικά από τον Adrian Bartlett.
Δημοσιεύτηκε στο Times Literary Supplement στις 5 Ιουνίου 2013.
Ο Leigh Fermor περιγράφει αναλυτικά τη βύθιση της «Αγίας Βαρβάρας», την αδυναμία εξεύρεσης άλλου μεταφορικού μέσου και την αποφασιστική βοήθεια που προσφέρθηκε από τους κατοίκους της Νότιας Κυνουρίας.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η αναφορά του στη δύναμη και την επιμονή των Ελλήνων κωπηλατών.
Στο κείμενό του παραθέτει και περιγραφή από επιστολή του Philip Scott, ενός ακόμη Βρετανού στρατιωτικού που συμμετείχε στην περιπέτεια.
Ο Scott εξέφραζε τον θαυμασμό του για τους Έλληνες που κωπηλάτησαν επί έξι ώρες σχεδόν χωρίς διακοπή, καλύπτοντας περίπου 15 μίλια.
Η αναφορά αυτή επιβεβαιώνει ότι η προσπάθεια των ανθρώπων από τα Πούλιθρα είχε προκαλέσει βαθιά εντύπωση στους στρατιωτικούς που μετέφεραν.
Δεν ήταν μια συνηθισμένη μετακίνηση.
Ήταν μια δύσκολη επιχείρηση διαφυγής, σε συνθήκες πολέμου, που έμεινε χαραγμένη στη μνήμη όσων την έζησαν.
Η άφιξη στο Κυπαρίσσι και η συνέχεια προς την Κρήτη
Το πρωί της 29ης Απριλίου 1941, η ομάδα έφτασε στην περιοχή του Κυπαρισσίου.
Σύμφωνα με την αφήγηση του Leigh Fermor, αποβιβάστηκαν κοντά σε μια ξερή κοίτη ποταμού, περίπου τρία έως τέσσερα χιλιόμετρα από τον οικισμό.
Η επιχείρηση των έξι κωπηλατών είχε ολοκληρωθεί.
Για τους Βρετανούς, όμως, η περιπέτεια συνεχιζόταν.
Στόχος τους παρέμενε να φτάσουν στην Κρήτη, όπου εξακολουθούσαν να βρίσκονται συμμαχικές δυνάμεις.
Στο Κυπαρίσσι κατόρθωσαν να εξασφαλίσουν ένα μεγαλύτερο καΐκι, τον «Άγιο Νικόλαο», ιδιοκτησίας του Περικλή Μενεξή.
Όπως αναφέρει ο Leigh Fermor, το σκάφος ήταν περίπου 40 τόνων και αγοράστηκε έναντι 300.000 δραχμών.
Στο μεταξύ, στην ομάδα προστέθηκαν και άλλοι στρατιώτες, μεταξύ των οποίων Νεοζηλανδοί που είχαν επίσης καταφέρει να διαφύγουν.
Η πορεία συνεχίστηκε προς τη Βελανιδιά, στο νοτιοανατολικό άκρο της Πελοποννήσου.
Εκεί παρουσιάστηκαν νέες μηχανικές βλάβες, που ανάγκασαν τους επιβαίνοντες να καθυστερήσουν την αναχώρησή τους.
Σημαντική βοήθεια προσέφερε ο μηχανικός Νικόλαος Κωστάκος, ο οποίος κατάφερε να επισκευάσει προσωρινά τη μηχανή.
Ακολούθησε νέα προσπάθεια διάπλου προς την Κρήτη, αλλά οι ισχυροί άνεμοι και τα τεχνικά προβλήματα ανάγκασαν την ομάδα να καταφύγει στα Αντικύθηρα.
Εκεί βρέθηκε νέο, μεγαλύτερο καΐκι, η «Δέσποινα», με το οποίο η διαφυγή συνεχίστηκε.
Τελικά, στις 4 Μαΐου 1941, οι διασωθέντες έφτασαν στο Καστέλλι Κισσάμου της Κρήτης.
Έπειτα από ημέρες κινδύνου, βομβαρδισμών, βλαβών και συνεχών μετακινήσεων, η επιχείρηση διαφυγής είχε ολοκληρωθεί.
Η συμβολή των ανθρώπων της Νότιας Κυνουρίας υπήρξε κρίσιμος κρίκος σε αυτή τη διαδρομή.
Ποιος ήταν ο Patrick Leigh Fermor
Ο Patrick Leigh Fermor δεν ήταν ένας τυχαίος Βρετανός στρατιωτικός.
Γεννημένος το 1915, είχε ήδη αποκτήσει βαθιά σχέση με την Ελλάδα πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ήταν ταξιδευτής, συγγραφέας και γνώστης της ελληνικής γλώσσας και κουλτούρας.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου υπηρέτησε στις βρετανικές δυνάμεις και αργότερα συνδέθηκε με τις μυστικές συμμαχικές επιχειρήσεις στην κατεχόμενη Κρήτη.
Έγινε ιδιαίτερα γνωστός για τη συμμετοχή του, μαζί με τον Βρετανό αξιωματικό William Stanley Moss και Κρητικούς αντιστασιακούς, στην απαγωγή του Γερμανού υποστράτηγου Heinrich Kreipe τον Απρίλιο του 1944.
Η επιχείρηση αυτή αποτέλεσε ένα από τα πιο γνωστά γεγονότα της αντίστασης στην κατεχόμενη Κρήτη.
Ο άνθρωπος, λοιπόν, που τον Απρίλιο του 1941 είχε βρεθεί εγκλωβισμένος στην Πλάκα Λεωνιδίου και χρειάστηκε τη βοήθεια των ψαράδων από τα Πούλιθρα, τρία χρόνια αργότερα θα συμμετείχε σε μία από τις πιο διάσημες μυστικές επιχειρήσεις του πολέμου.
Η σύνδεση αυτή δίνει στην τοπική ιστορία μια ιδιαίτερη ιστορική διάσταση.
Δείχνει πώς ένα σχετικά άγνωστο περιστατικό σε μια μικρή παραθαλάσσια περιοχή της Αρκαδίας συνδέεται με γεγονότα που αργότερα απέκτησαν διεθνή αναγνωρισιμότητα.
Οι ναυτικοί της Σαμπατικής και οι υπόλοιπες επιχειρήσεις διαφυγής
Η βοήθεια προς τους συμμαχικούς στρατιώτες δεν περιορίστηκε στην επιχείρηση των έξι εθελοντών από τα Πούλιθρα.
Στην ιστορική έρευνα του Στρατή Κουνιά καταγράφεται και η σημαντική δράση ναυτικών της Σαμπατικής, οι οποίοι ανέλαβαν να μεταφέρουν Βρετανούς στρατιωτικούς προς τα νότια.
Σύμφωνα με την ίδια πηγή, πραγματοποιήθηκαν τρεις αποστολές.
Η πρώτη αφορούσε τη μεταφορά έξι Βρετανών με βάρκα που διέθετε κουπιά και πανιά. Στην επιχείρηση συμμετείχαν ο Νικόλαος Μπουρνάκης, γνωστός ως Μασαούτης, και ο Γιώργος Τζανέτος, γνωστός ως Πέντε.
Η δεύτερη αποστολή περιλάμβανε περίπου 35 Βρετανούς στρατιωτικούς.
Χρησιμοποιήθηκε καΐκι του Σταύρου Ζαρόκωστα, γνωστού ως Λούλου, με τη συμμετοχή του Γιάννη Τρίκουλη, γνωστού ως Αραπάκια, και του Στράτου Μπουρνάκη, γνωστού ως Αριμάνη.
Η τοπική αφήγηση καταγράφει ότι η συγκεκριμένη επιχείρηση ολοκληρώθηκε με άφιξη στην Κρήτη, παρά τις αλλαγές στη σύνθεση του πληρώματος κατά τη διάρκεια του ταξιδιού.
Η τρίτη αποστολή πραγματοποιήθηκε με το καΐκι του Θόδωρου Πανάγου και αφορούσε περίπου 70 Βρετανούς στρατιωτικούς.
Στο πλήρωμα συμμετείχαν, σύμφωνα με την ιστορική καταγραφή, ο Θόδωρος Πανάγος, ο Γιώργος Μπουρνάκης ή Γεωργούτσος, ο Σταύρος Ζαρόκωστας και ο Θόδωρος Σιώρας ή Κουναβής.
Η αποστολή αυτή αντιμετώπισε σοβαρό κίνδυνο όταν, κοντά στον Κάβο Μαλιά, το καΐκι εντοπίστηκε από γερμανικό περιπολικό.
Οι επιβαίνοντες προσπάθησαν να σωθούν καταφεύγοντας στη στεριά, ενώ, κατά την ίδια αφήγηση, 15 Βρετανοί συνελήφθησαν και το σκάφος καταστράφηκε.
Οι καταγραφές αυτές αποτυπώνουν ότι η Νότια Κυνουρία δεν αποτέλεσε απλώς έναν τυχαίο σταθμό στη διαφυγή συμμαχικών στρατιωτών.
Οι κάτοικοι και οι ναυτικοί της περιοχής συμμετείχαν ενεργά σε μια σειρά επικίνδυνων προσπαθειών, αξιοποιώντας τα διαθέσιμα σκάφη και τις γνώσεις τους για τη θάλασσα.
Η ιστορική έρευνα του Στρατή Κουνιά
Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει στον Στρατή Κουνιά, ο οποίος συνέβαλε στη διάσωση και καταγραφή αυτών των γεγονότων.
Η σχετική ιστορική εργασία του δημοσιεύτηκε το 2011 και περιλαμβάνει ονόματα, περιστατικά και πληροφορίες που αντλήθηκαν από ανθρώπους με γνώση των γεγονότων.
Μεταξύ των προσώπων που αναφέρονται ως πληροφοριοδότες περιλαμβάνονται ο Μιχάλης Μπεκύρος, ο Σπύρος Πανάγος, ο Στράτος Μπουρνάκης, ο Σωτήρης Κουμπόγιωργας και ο Ιωάννης Γιαννίκος.
Σημαντική είναι και η συμβολή του Patrick Leigh Fermor, ο οποίος αποδέχθηκε να καταγράψει την προσωπική του εμπειρία στα ελληνικά για τις ανάγκες της έρευνας.
Χάρη σε αυτή την προσπάθεια, γεγονότα που διαφορετικά θα μπορούσαν να χαθούν με το πέρασμα των δεκαετιών διασώθηκαν και έγιναν προσβάσιμα στις επόμενες γενιές.
Η ιστορική αυτή καταγραφή αποκτά ιδιαίτερη αξία για τα Πούλιθρα, το Λεωνίδιο και τη Σαμπατική, καθώς αναδεικνύει τη συμμετοχή συγκεκριμένων ανθρώπων σε γεγονότα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Η αγάπη του Leigh Fermor για το Λεωνίδιο και την Τσακωνιά
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία της γραπτής μαρτυρίας του Patrick Leigh Fermor βρίσκεται στο τέλος της αφήγησής του.
Ο Βρετανός συγγραφέας και αξιωματικός δεν περιορίζεται στην καταγραφή των στρατιωτικών γεγονότων.
Εκφράζει την ευγνωμοσύνη του προς τους Έλληνες που τον βοήθησαν κατά τη διάρκεια της διαφυγής του.
Και ολοκληρώνει με μια λιτή αλλά ιδιαίτερα συγκινητική αναφορά στην περιοχή:
«Αγαπώ το Λεωνίδιο και όλη την Τσακωνιά».
Η φράση αυτή αποκτά ξεχωριστό νόημα όταν εξετάζεται μέσα από τα γεγονότα του Απριλίου του 1941.
Για τον Leigh Fermor, η Νότια Κυνουρία δεν ήταν απλώς ένας τόπος από τον οποίο πέρασε στη διάρκεια του πολέμου.
Ήταν ο τόπος όπου, σε μια στιγμή μεγάλης ανάγκης, άγνωστοι άνθρωποι του πρόσφεραν προστασία, τροφή και μια δυνατότητα διαφυγής.
Η εμπειρία αυτή παρέμεινε ζωντανή στη μνήμη του για περισσότερα από πενήντα χρόνια.
Μια ιστορία που αξίζει να παραμείνει ζωντανή
Ογδόντα πέντε χρόνια μετά τα γεγονότα του Απριλίου του 1941, η ιστορία της διάσωσης των Βρετανών στρατιωτικών εξακολουθεί να αποτελεί ένα σημαντικό κεφάλαιο της τοπικής ιστορίας.
Στο επίκεντρό της δεν βρίσκονται μόνο οι στρατιωτικές επιχειρήσεις και οι γνωστοί πρωταγωνιστές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Βρίσκονται και οι απλοί άνθρωποι των Πουλίθρων, του Λεωνιδίου και της Σαμπατικής.
Άνθρωποι που ζούσαν από τη θάλασσα, γνώριζαν τις δυσκολίες της και χρησιμοποίησαν τα λιγοστά μέσα που διέθεταν για να βοηθήσουν άλλους ανθρώπους.
Οι έξι εθελοντές από τα Πούλιθρα, ο ενωμοτάρχης Ιωάννης Γιαννίκος, ο ιδιοκτήτης της ψαρόβαρκας Παναγιώτης Μοσχοβίτης και οι ναυτικοί της Σαμπατικής αποτελούν πρόσωπα που συνδέονται με μια ιστορία αλληλεγγύης και θάρρους.
Η διάσωση των Βρετανών δεν άλλαξε από μόνη της την πορεία του πολέμου.
Απέδειξε, όμως, ότι ακόμη και στις πιο σκοτεινές περιόδους της ιστορίας, οι αποφάσεις απλών ανθρώπων μπορούν να καθορίσουν την τύχη άλλων.
Και αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη παρακαταθήκη της συγκεκριμένης ιστορίας.
Γιατί πίσω από τη μεγάλη ιστορία του πολέμου υπάρχουν πάντοτε οι μικρότερες, ανθρώπινες ιστορίες, που αξίζουν εξίσου να θυμόμαστε.
Στα Πούλιθρα, έξι άνθρωποι μπήκαν σε μια ψαρόβαρκα και κωπηλάτησαν μέσα στη νύχτα για να σώσουν ζωές.
Το όνομά τους αξίζει να παραμείνει ζωντανό στη συλλογική μνήμη της Νότιας Κυνουρίας.
Ιστορική τεκμηρίωση
Το αφιέρωμα βασίζεται κυρίως στην ιστορική έρευνα του Στρατή Κουνιά, «Η φυγή των Βρετανών και ο βομβαρδισμός της Πλάκας (27 Απριλίου 1941)», που δημοσιεύτηκε το 2011, και στην προσωπική αφήγηση του Patrick Leigh Fermor, «A Brief Account of My Escape», που γράφτηκε στις 2 Αυγούστου 1995 και δημοσιεύτηκε σε αγγλική μετάφραση το 2013.
Τα ονοματεπώνυμα των έξι εθελοντών και οι λεπτομέρειες για τις αποστολές της Σαμπατικής αποδίδονται στην έρευνα του Στρατή Κουνιά. Επιμέρους διαφοροποιήσεις μεταξύ των αφηγήσεων εντοπίζονται στην ακριβή ώρα αναχώρησης, στον αριθμό των επιβαινόντων και στη σύνθεση του πληρώματος.
Σύνταξη – Επιμέλεια: Σπύρος Σουλιώτης | Leonidio24