🕒 09:36
Το ιταλικό σχέδιο της πρωθυπουργού Τζόρτζια Μελόνι για «πάγωμα» της ηλικίας συνταξιοδότησης στα 67 έτη φαίνεται να εξετάζει σοβαρά η ελληνική κυβέρνηση, προκειμένου να διατηρηθεί σταθερό το ισχύον πλαίσιο και να αποφευχθεί η κοινωνική και πολιτική πίεση ενόψει του 2027, έτους εκλογών.
Η πρόθεση αυτή στηρίζεται στο σκεπτικό ότι η σύνδεση της ηλικίας συνταξιοδότησης με το προσδόκιμο ζωής, που προβλέπεται να ενεργοποιηθεί τότε, μπορεί να μετατεθεί χρονικά, προκειμένου να μη μεταβληθούν άμεσα οι όροι συνταξιοδότησης.
Η ρήτρα προσδόκιμου ζωής και οι πολιτικοί υπολογισμοί
Σύμφωνα με το ισχύον νομικό πλαίσιο, από το 2027 θα εφαρμοστεί για πρώτη φορά η διάταξη που συνδέει την ηλικία εξόδου από την εργασία με τη μεταβολή του προσδόκιμου ζωής των ατόμων άνω των 65 ετών. Εφόσον δηλαδή η ΕΛΣΤΑΤ καταγράψει αύξηση, το όριο συνταξιοδότησης θα αυξηθεί αναλογικά.
Δεδομένου ότι η χρονιά αυτή είναι εκλογική, στο Μέγαρο Μαξίμου υπολογίζουν και το πολιτικό κόστος μιας ενδεχόμενης αύξησης, ακόμη κι αν αυτή είναι της τάξης των έξι ή δώδεκα μηνών. Οι τεχνικές υπηρεσίες του υπουργείου Εργασίας έχουν ήδη επισημάνει ότι μια τέτοια εξέλιξη θα προκαλούσε νέο κύμα φυγής προς τη συνταξιοδότηση, αυξάνοντας τις δαπάνες του ΕΦΚΑ.
Μαζική έξοδος υπό τον φόβο αλλαγών
Την τελευταία τετραετία (2021-2024), περισσότεροι από 810.000 ασφαλισμένοι σε Δημόσιο και ιδιωτικό τομέα έχουν αποχωρήσει, υπό τον φόβο δυσμενέστερων προϋποθέσεων. Η τάση αυτή όχι μόνο πιέζει τα οικονομικά του Ταμείου, αλλά προκαλεί και απώλεια έμπειρου προσωπικού από κρίσιμους τομείς του Δημοσίου και της οικονομίας.
Το ιταλικό παράδειγμα που εμπνέει την Αθήνα
Στην Ιταλία, ο ισχύων νόμος συνδέει την ηλικία συνταξιοδότησης με τις βελτιώσεις στο προσδόκιμο ζωής, επιβάλλοντας αναθεώρηση κάθε δύο χρόνια και αυτόματες αυξήσεις, όταν αυτές δικαιολογούνται.
Η τελευταία αναπροσαρμογή έγινε το 2019, πριν από την πανδημία, ανεβάζοντας το όριο συνταξιοδότησης κατά πέντε μήνες – στα 67 έτη. Από την 1η Ιανουαρίου 2027, προβλέπεται νέα αύξηση κατά τρεις επιπλέον μήνες, ωστόσο ο υπουργός Οικονομικών Τζανκάρλο Τζορτζέτι έχει ήδη δηλώσει υπέρ ενός διετούς παγώματος της ρύθμισης, έως το 2029, προκειμένου να αποφευχθούν κοινωνικές αντιδράσεις.
Η κίνηση αυτή, που αναμένεται να εγκριθεί από την ιταλική κυβέρνηση, ενισχύει τα επιχειρήματα υπέρ μιας αντίστοιχης απόφασης και στην Ελλάδα, ιδίως καθώς τα ελληνικά δημοσιονομικά εμφανίζουν σταθεροποίηση και τα στοιχεία για το προσδόκιμο ζωής δεν υποδεικνύουν ανάγκη άμεσης αλλαγής.
Γιατί η Ελλάδα εξετάζει αναβολή
Η πρώτη αναπροσαρμογή των ορίων που έπρεπε να γίνει το 2021 ανεστάλη λόγω πανδημίας, ενώ η δεύτερη το 2024 δεν επηρέασε τα ηλικιακά όρια. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το προσδόκιμο ζωής στη χώρα δεν έχει επανέλθει ακόμη στα προ πανδημίας επίπεδα, γεγονός που καθιστά πιθανό ένα νέο «πάγωμα» και για το 2027.
Το σενάριο αυτό ικανοποιεί συνδικαλιστικές οργανώσεις και ασφαλισμένους, που ζητούν σταθερότητα στο σύστημα και σταδιακές μεταρρυθμίσεις αντί αιφνίδιων αλλαγών.
Ποιοι θα επηρεαστούν
Αν τελικά υπάρξει αύξηση, αυτή θα αφορά κυρίως τους σημερινούς 50άρηδες και 55άρηδες που δεν έχουν ακόμη θεμελιώσει δικαίωμα. Για παράδειγμα:
Η σύνταξη με 40 έτη ασφάλισης θα απαιτεί ηλικία 62,5 έως 63,5 ετών (από 62 σήμερα), ενώ η πλήρης σύνταξη με 15ετία θα ανεβαίνει στα 67,5 έως 68,5 έτη.
Η αύξηση θα εφαρμοστεί σταδιακά, ανά εξάμηνο, στο διάστημα 2027-2030.
Οι δείκτες που θα κρίνουν το μέλλον των συντάξεων
Οι αποφάσεις θα εξαρτηθούν από τρεις κρίσιμους δημογραφικούς δείκτες:
Τον δείκτη εξάρτησης ηλικιωμένων προς τον ενεργό πληθυσμό.
Τον δείκτη γήρανσης, που παρουσιάζει σταθερή ανοδική πορεία.
Τον δείκτη γονιμότητας, που παραμένει πολύ χαμηλός, κάτω από το όριο αναπλήρωσης πληθυσμού (2,1).
Εφόσον οι τάσεις αυτές συνεχιστούν, έως το 2050 το 40% των Ελλήνων θα είναι άνω των 60 ετών – μια πραγματικότητα που καθιστά αναπόφευκτη τη συζήτηση για παράταση του εργασιακού βίου, ακόμη και με πιο ήπιες μεταβατικές περιόδους.
flash.gr

